αστυφέλικτος


αστυφέλικτος
ἀστυφέλικτος, -ον (Α) [στυφελίζω]
ο αδιάσειστος, ο ακράδαντος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀστυφέλικτος — unshaken masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστυφέλικτον — ἀστυφέλικτος unshaken masc/fem acc sg ἀστυφέλικτος unshaken neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστυφελίκτου — ἀστυφέλικτος unshaken masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστυφελίκτους — ἀστυφέλικτος unshaken masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστυφέλικτα — ἀστυφέλικτος unshaken neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστυφέλικτε — ἀστυφέλικτος unshaken masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστυφέλικτοι — ἀστυφέλικτος unshaken masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.